ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – Είναι ο σχεδιασμός ξένο σώμα στην Ελληνική πραγματικότητα;

Του Σταύρου Χρ. Τσέτση (*)

Ένα καίριο ερώτημα που απασχολεί τους άμεσα εμπλεκόμενους στη ρύθμιση χώρου στη χώρα μας –στον προγραμματισμό της ιστορικής εξέλιξης του αστικού φαινομένου ή πιο απλά της ελληνικής πόλης- σχετίζεται με το, εάν ο σχεδιασμός, είναι ξένο σώμα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Ερώτημα καθόλου παράδοξο, αφού πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει κατά καιρούς η πολιτεία, σε κεντρικό/περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, για το σχεδιασμό του χώρου, καταλήγουν σε περιορισμένα και όχι μόνιμα αποτελέσματα, μένουν μετέωρες ή προσκρούουν στις «ξέρες της ελληνικής πραγματικότητας» ̇ και όχι σπάνια, το ενδιαφέρον της να συρρικνώνεται δραματικά σε ανώδυνη ρητορική και ενέργειες περί χωροταξίας και αειφορίας, σε αδάπανα ευχολόγια για εντάξεις στο σχέδιο πόλεως» και πρακτικές νομιμοποιήσεων αυθαιρέτων – τακτοποίηση, είναι η νέα λεκτική φόρμουλα.

Το μετέωρο βήμα των χωρικών επιπτώσεων των Ευρωπαϊκών πολιτικών

Η απάντηση συναντά εκ πρώτης όψεως και αντιφατικά δεδομένα.

Από τη μία, η χώρα διαθέτει ένα σαφές πλαίσιο προγραμματισμού: τις ευρωπαϊκές πολιτικές, όπως η Διαρθρωτική, Μεταφορών, Περιβάλλοντος, Κοινή Αγροτική Πολιτική, Έρευνα & Τεχνολογία – για τη διαμόρφωση των οποίων η χώρα μας συμμετέχει ισότιμα στους κόλπους των κοινοτικών οργάνων – οι οποίες προσφέρουν σαφείς στόχους, στρατηγική και μέσα, σε κρίσιμες συνιστώσες που συγκροτούν μια χωροταξική πολιτική.

Από την άλλη, η ρύθμιση του χώρου, την ευθύνη της οποίας έχει το κράτος μέλος –η Ελλάδα στη συγκεκριμένη περίπτωση- τις λαμβάνει υπόψη περιστασιακά περισσότερο, και όχι πάντα έγκαιρα, μη εκτιμώντας αρκούντως τη δυναμική που αυτές επιφέρουν στη χωροταξική διάρθρωση της χώρας.

Και παρά τις σαφείς ποσοτικές βελτιώσεις, σε τεχνικές και κοινωνικές υποδομές, ο αστικός χώρος της χώρας συνεχίζει να πλήττεται από πολύπλευρη κρίση: λειτουργική, μορφολογική, πληρότητας σε υποδομές, ενώ αναφύονται νέα εκρηκτικά ζητήματα: ανέχεια στις πόλεις, αστική βία, ενσωμάτωση ειδικών πληθυσμιακών ομάδων, περιθωριοποίηση.

Και υπό το κράτος των υποχρεώσεων προς την Ε.Ε., αλλά και της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, προωθεί, όποτε προωθεί, πλαίσια ή περιγράμματα στρατηγικής, τα οποία δεν μεταφράζονται αυτόματα σε ουσιαστικό σχεδιασμό, πόσο μάλλον σε πολιτική.

Ασφαλώς δεν έλειψαν παραδείγματα προσπαθειών χωροταξικών ρυθμίσεων, στη βάση μιας συνολικής θεωρίας, εμφανέστερα στην πολιτική των «αντίπαλων πόλεων» του 1979, στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της περιόδου 1997-2000, στις προθέσεις, αλλά και σε προτάσεις και διατάξεις των θεσμοθετημένων Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και προφανώς σε πλειάδα Ρυθμιστικών, Πολεοδομικών και άλλων Χωροταξικών σχεδίων.

Όμως η ρύθμιση χώρου, ακόμα και στις περιπτώσεις που τείνει να ολοκληρωθεί, μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδικασίες, συνεχίζει να παραμένει μετέωρη από έλλειψη τομών στο παθογενές σύστημα παραγωγής χώρου, από την ασυνέχεια πολιτικού ενδιαφέροντος, αλλά ενίοτε και από ex post αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (το οποίο διαδραμάτισε και ρόλο αναχώματος στην περιβαλλοντική κακοποίηση), που όλο και συχνότερα ανατρέπουν αρχικούς σχεδιασμούς, ακόμη και επιτελικού χαρακτήρα, παραπέμποντας στο μυθικό Σίσυφο.

Η πολιτική διασφαλίζει τη χωροταξική στρατηγική.

Αναφορικά με την τελευταία επισήμανση, θα πρέπει να τονιστεί ότι αποφάσεις δικαστηρίων έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην προώθηση τομεακών πολιτικών. Χαρακτηριστικά αναφέρονται δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: η πρώτη, καταδικαστική, της 22/5/1985, μετά από προσφυγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά του Συμβουλίου των Υπουργών Μεταφορών, γιατί αυτό παρέλειψε να προωθήσει κοινά ευρωπαϊκά μέτρα στον τομέα των μεταφορών, όπως σαφέστατα προέβλεπαν οι ιδρυτικές Συνθήκες της (τότε) ΕΟΚ. Η δεύτερη, της 30/4/1986, η οποία επιβεβαίωσε την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης (και) στις αερομεταφορές. Οι ανωτέρω ενίσχυσαν αποφασιστικά την πολιτική δέσμευση των χωρών μελών για νέα ευρωπαϊκή ώθηση στην Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική στον τομέα των μεταφορών, όπως σαφέστατα είχε επικρατήσει να λέγεται σε αρμόδιους ευρωπαϊκούς κύκλους.

Όμως είναι η τελευταία, η εδραία πολιτική βούληση, η οποία οφείλει να άρει τα όποια θεσμικά vacuum – παράγων εξόχως ανασταλτικός στη χωροταξία –και να αναλάβει πρωτοβουλίες άσκησης πολιτικής για το χώρο.

Η Πολεοδομία δεν έπεισε

Από τεχνικής πλευράς, η ίδια η πολεοδομία, ως αρχετυπικό υπόβαθρο σχεδιαστικών επεμβάσεων, στο μέτρο που επηρέασε, δεν πέτυχε να ακολουθήσει τις εξελίξεις.

Και κυρίως δεν κατάφερε να προτείνει πειστικές λύσεις.

Ενίοτε εγκλωβίστηκε σε πλασματικά, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε διλήμματα, όπως ανάκτηση ή επέκταση, ανάπτυξη ή περιβάλλον, δημόσιες ή ιδιωτικές επενδύσεις, συμπαγή αστική κέντρα ή πολεοδομικά continuum.

Όμως οι ίδιες οι εξελίξεις έδωσαν τις απαντήσεις στην εκπνέουσα δεκαετία.

Σε περιόδους μεγάλης οικονομικής διόγκωσης –που μεταφράστηκε σε έναν πρωτοφανή οικοδομικό οργασμό- ο πολεοδομικός σχεδιασμός, κλήθηκε να δώσει λύσεις στην κατεύθυνση της συγκράτησης των έντονων πιέσεων. Να διαχειριστεί μια σαρωτική οικιστική δυναμική, όπου η επιλογή είχε τεθεί κυνικά: Ανεξέλεγκτη υπό μορφή οικιστικών κηλίδων, εξωαστική διάχυση και μορφώματα «γκρίζας δόμησης», η διοχέτευση της ανάπτυξης σε ευρύτατους extra muros θύλακες υποδοχής.

Κρίση και Χωροταξία

Η σημερινή κρίση, θέτει ζητήματα όπως, πως θα μπορούσε να προκληθεί μια αναπτυξιακή δυναμική, μέσω ή ορθότερα με τη συμβολή της χωροταξίας.

Η κρίση –αποτελεί κοινό τόπο- απαιτεί ανάπτυξη, πεμπτουσία της οποίας αποτελούν οι επενδύσεις και η τόνωση του επιχειρηματικού κλίματος.

Όσο το σύστημα παραγωγής πολεοδομήσιμου χώρου δημιουργεί στρεβλώσεις, με όρους εξαιρετικών καθυστερήσεων, παλινωδιών, ασάφειας, ιδεοληψιών, τόσο το επενδυτικό κλίμα θα επιδεινώνεται και οι αναπτυξιακές ροές θα λιμνάζουν ή θα εκτρέπονται.

Το θολό τοπίο στη ρύθμιση χώρου έχει υψηλό κόστος: οικονομικό, κοινωνικό, ανθρώπινης ταλαιπωρίας, και στην τρέχουσα συγκυρία πρωτίστως ανταγωνιστικότητας, η οποία σε ένα οικουμενοποιημένο περιβάλλον, αποτελεί το κλειδί επιβίωσης μιας περιοχής, μιας πόλης/αστικού κέντρου, μιας περιφέρειας, της ίδιας της χώρας. Ποτέ δεν ήταν εμφανέστερο.

Τα επενδυτικά σχέδια, συμπεριλαμβανομένων των αναπλάσεων, οιασδήποτε κλίμακας και μορφής, είτε χωροθετούνται σε περιοχές κατάλληλες για ανάπλαση, είτε σε επεκτάσεις, προαπαιτούν σαφές χωροταξικό πλαίσιο χρήσεων γης, μη αναστρέψιμο, μη αμφισβητήσιμο κατά το δοκούν.

Και εδώ αρχίζει –όχι για λίγους- το ελληνικό δράμα. Όσοι επενδύουν ή εμπλέκονται ακόμη και σε μικρή κλίμακα της ιδιωτικής κατοικίας, το βιώνουν ενίοτε τραυματικά.

Η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης.

Προγραμματισμός και κοινωνία: Έννοιες ασύμπτωτες;

Η απάντηση στο ερώτημα, εάν ο προγραμματισμός και η κοινωνία ακολουθούν πορείες ασύμπτωτες, σχετίζεται άμεσα με το πόσο πιστεύει/εμπιστεύεται η τελευταία, την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού· και εάν ο σχεδιασμός, πραγματικά μπορεί να αποτρέψει ή να ανατρέψει παθογενείς καταστάσεις.

Τα παραδείγματα διατήρησης των παραδοσιακών οικισμών της Λίνδου, της Νισύρου, της Σύμης, της Πάτμου, της μεσαιωνικής πόλης της Ρόδου, συνηγορούν θετικά· όπως και το γεγονός ότι τα Ζαγόρια απορροφούν χωρίς στρεβλώσεις τις επιπτώσεις της άνθησης μιας οικιστικής ζήτησης. Και σε μεγαλύτερη κλίμακα, η Αθήνα του 2004, η οποία – με όλες τις ενστάσεις που μπορεί να διατηρεί κάποιος, ακόμη και για σημαντικές πτυχές του εγχειρήματος- απέδειξε ότι η ελληνική πόλη μπορεί να αναβαθμιστεί. Όμως, στη συνέχεια, η δραματική υποβάθμιση κρίσιμων συντελεστών της –με φαινόμενα κατάρρευσης του δημόσιου χώρου- καταδεικνύει ότι η προσπάθεια θα πρέπει να είναι διαρκής και επίμονη ̇ αναδεικνύοντας τα όρια του σχεδιασμού, ο οποίος χωρίς συνεχή πολιτική προσπάθεια και ευρύ consensus και αντίστοιχες δομές στήριξης παραμένει μετέωρος.

Η κοινωνία έχει αποδείξει ότι προτίθεται καταρχάς να αποδεχθεί, ακόμη και να επιβραβεύσει πρωτοβουλίες σχεδιασμού του χώρου. Αυτός συχνά βγάζει από αδιέξοδα και δίνει λύσεις, προοπτικές. Αλλά οι εξαιρετικά σχοινοτενείς διαδικασίες εκπόνησης, οι ατελείωτοι σιωπηλοί χρόνοι έγκρισης, η πολεμική η οποία κατά κανόνα αναπτύσσεται γύρω από ένα Σχέδιο, οι παλινωδίες και εντέλει οι ακυρώσεις, καθιστούν την κοινωνία επιφυλακτική, αν όχι δύσπιστη ή ακόμη και καχύποπτη, δημιουργώντας ένα κλίμα απάθειας και αποχής. Εξέλιξη που ευνοεί το laisser faire, με το σύνδρομο του Σίσυφου να κατατρέχει την ελληνική πολεοδομία και εν γένει την ελληνική Χωροταξία.

Είναι η ίδια η πολιτεία η οποία θα πρέπει να δώσει τέλος σε πρακτικές που τροφοδοτούν τον ανορθολογισμό, την επιβράβευση – αν όχι εκμαυλισμό – πάσης φύσεως «γκρίζας δόμησης» και οι οποίες ευτελίζουν κάθε έννοια σχεδιασμού.

Ο διαπλαστικός ρόλος της Πολιτείας

Η πολιτεία οφείλει να αναλάβει τον διαπλαστικό και παιδευτικό της ρόλο όπως το σύνολο της υπόλοιπης Ευρώπης.

Ενδεχομένως πριν από την κρίση, η διαπίστωση να προκαλούσε θυμηδία. Σήμερα, νομίζω, περίσκεψη. Εάν η πολιτεία θέλει πόρους από τις διαδικασίες δόμησης, ας άρει με νέες ρυθμίσεις το τέλμα των διαδικασιών Πολεοδομήσεων και Πράξεων Εφαρμογής – μία πολεοδομική Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη- και ας τους αντλήσει από την προβλεπόμενη εισφορά σε χρήμα.

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ ευρωπαϊκών πολιτικών που συνδιαμορφώνουν σαφή προγραμματισμό και εθνικών μέτρων χωροταξικού σχεδιασμού, σαφώς αναντιστοίχων των προκλήσεων και ενός θεσμικοδιοικητικού συστήματος, που παλινωδεί.

Με τον πολίτη να καταλήγει μάλλον αδιάφορος – ουσιαστικά αμέτοχος.

Είναι αδήριτη η ανάγκη αλλαγής πλεύσης και διαμόρφωσης μιας συγκροτημένης πολιτικής για το χώρο, σε πραγματικά φιλοπεριβαλλοντική βάση:

  • με ουσιαστική ενσωμάτωση του κοινοτικού κεκτημένου,
  • με νέες συνταγματικές ρυθμίσεις,
  • με αυτοτελές (πλέον) υπουργείο,
  • με σεισμικές αλλαγές στο διοικητικό corpus, οι οποίες αποτελούν αναγκαίες, αλλά όχι και ικανές συνθήκες.

Το ζητούμενο παραμένει: η αλλαγή νοοτροπίας, η οποία είναι και ζήτημα εθισμού της σχέσης κράτους – πολίτη, σε μια (πιο) υγιή σχέση.

Πολιτεία: Κοντά σε δημοσιονομική κατάρρευση ενδεχομένως, αλλά με ελπίδες για μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης.

Πολίτης: Απορρημένος, ανασφαλής, αλλά πάντα σε αναζήτηση του καλύτερου.

Ο Αριστοτέλης ηχεί, όσο ποτέ, επίκαιρος:

«Ο κατ’ αλήθειαν πολιτικός περί ταύτην μάλιστα πεποιήσθαι (ευδαιμονία) βούλεται γαρ τους πολίτας αγαθούς ποιείν και των νόμων υπηκόους».

Ο αληθινός πολιτικός άλλωστε θεωρείται ότι καταγίνεται κυρίως με τη μελέτη αυτής της αρετής (ευδαιμονία) αφού θέλει (ο πραγματικός πολιτικός), να δημιουργεί αγαθούς πολίτες και πρόθυμους να υπακούουν τους νόμους.

(*) Αρχιτέκτονα – Πολεοδόμου, Δρ Ε.Μ.Π.
Από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο Λαβύρινθος, το Σύνδρομο του Σίσυφου και η Πολεοδομία. Σκέψεις για τη ρύθμιση χώρου στην Ελλάδα». Το κείμενο αποτελεί παρέμβαση στη παρουσίαση του πονήματος, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στα Γραφεία της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αθήνα από τους: κα Μonica Frassani, συνπρόεδρο του κόμματος των Ευρωπαίων Οικολόγων, κ. Σταύρο Δήμα, αντιπρόεδρο της Ν.Δ. και τ. Επίτροπο Ε.Ε., Κώστα Καρτάλη, αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., Πρόεδρο της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: