Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΑΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ – Το δίλλημα περιορισμός εκτός σχεδίου ή ανάπτυξη είναι πλασματικό

Tου Σταύρου Χρ. Τσέτση, Πολεοδόμου

Κύριος χωροταξικός στόχος της χώρας, με έκδηλες περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές προεκτάσεις και κοινοτική υποχρέωση σύμφωνα με την ισχύουσα Συνθήκη της ΕΕ, αποτελεί η απόδοση όρων αειφορίας, στο σύνολο του χώρου της Επικράτειας.

Το ζητούμενο για τον εξωαστικό χώρο και τις περιμετρικές περιοχές των αστικών κέντρων, εστιάζεται στην/στο:

  • αποτροπή παθογενών φαινομένων, τα οποία εκδηλώνονται υπό μορφή «οικιστικών κοιλίδων» και (ημι)αστικών μορφωμάτων,
  • βιώσιμο σχεδιασμό και θεσμοθέτηση χρήσεων γης, στο πλαίσιο του προγραμματισμού της μελλοντικής εξέλιξης ενός οικισμού/ μιας πόλης/ ενός αστικού κέντρου/ ενός πολεοδομικού συγκροτήματος, ο οποίος θα διασφαλίζει:
  • την ικανοποίηση των προβλεπόμενων αναγκών τους και την πρόκληση μιας αναπτυξιακής δυναμικής ή ανάκαμψης σε περιόδους ύφεσης, όπως η τρέχουσα,
  • την προστασία και ανάδειξη των ευαίσθητων τοπίων, περιοχών, (οικο) συστημάτων και την οργανική συναρμογή τους, με το δομημένο περιβάλλον.

Οι καταβολές της παθογένειας του εξωαστικού χώρου.

Τα αίτια της εξωαστικής ανορθολογικής δόμησης, θα πρέπει να αναζητηθούν στο στρεβλό και εν πολλοίς αναποτελεσματικό σύστημα παραγωγής πολεοδομήσιμου χώρου. Το οποίο πέραν της περιβαλλοντικής υποβάθμισης που προκαλεί, αποτελεί έναν από τους κατ’ εξοχήν παράγοντες εκτροπής των αναπτυξιακών ροών προς τη χώρα και τη δραματική υστέρηση υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων.

Η τάση για προαστικοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, δεν οφείλεται μόνον σε πιέσεις εκτόνωσης στεγαστικών αναγκών και άλλων πολεοδομικών λειτουργιών. Προκαλείται και από την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης στους υφιστάμενους ιστούς προς τον extra muros χώρο.  Στις δε παράκτιες και νησιωτικές κυρίως περιοχές, από μία -τεχνητή σε μεγάλο βαθμό όπως αποδείχτηκε- ζήτηση για παραθεριστική κατοικία και για δραστηριότητες ελευθέρου χρόνου και αναψυχής. τα ανωτέρω. Κινήθηκαν γενικότερα «ευνοϊκές», συγκυριακά, πιστωτικές συνθήκες, οι οποίες συνέβαλαν αποφασιστικά στην υπέρμετρη διόγκωση της κτηματαγοράς.

Η απουσία ενός σχεδιασμού, ο οποίος συνεχίζει και σήμερα να οδηγεί την οικιστική δυναμική και τις πολεοδομικές εξελίξεις γενικότερα, σε ένα laisser faire. Και η πρακτική των παρεκκλίσεων/ εκτός σχεδίου, κατέληξε να είναι η μόνη που δίνει διέξοδο στις πιέσεις, λόγω αδικαιολόγητης απάθειας της πολιτείας να χαράξει και θεσμοθετήσει μία ουσιαστική πολιτική χρήσεων γης.

Το υψηλό τίμημα της αδράνειας.

Η διαμορφωθείσα κατάσταση χαρακτηρίζεται συχνότατα:

  • από συγκρούσεις χρήσεων π.χ. γεωργοκτηνοτροφικών ή (και) οχλουσών, με αυτών της κατοικίας ή αναψυχής,
  • στρεβλώσεις στις πραγματικές ανάγκες προγραμματισμού/ σχεδιασμού, του αστικού φαινομένου,
  • απουσία δημόσιου χώρου και ιεραρχημένου δικτύου μεταφορών, αλόγιστη δόμηση, κακοποίηση του τοπίου, μη αναστρέψιμες δηλαδή εξελίξεις σε ορατό χρονικό ορίζοντα.

Το κόστος της μη σχεδιαστικής παρέμβασης, είναι με όρους οικονομικούς, κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και ανταγωνιστικότητας, υψηλό. Ενώ οδηγεί σε φαινόμενα υποβάθμισης του χώρου, δραματικής σε κάποιες περιπτώσεις, ιδίως σε παραθαλάσσια μέτωπα και στα νησιά γενικότερα.

Η πόλη ως εξελισσόμενος ζωντανός οργανισμός.

Η πόλη, ή ορθότερα το αστικό φαινόμενο, ως ζωντανός οργανισμός αναπτύσσεται -από τον 18ο αιώνα δεν έπαψε να διογκώνεται- για να λάβει, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες (και) στον Ευρωπαϊκό χώρο, χαρακτηριστικά έκρηξης.

Η εξελικτική της πορεία, αποδίδεται σχηματικά από τον Patrick Geddes, ως ο κύκλος ενός ζωντανού οργανισμού: εώπολις (αρχικός πυρήνας), πόλις, μητρόπολη, μεγαλούπολη, τερατούπολη, νεκρόπολη.

Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, ξεκινώντας από την (ίδια) διαπίστωση (η πόλη εξελίσσεται) έθεσαν όρια στο άστυ/πόλις -προσδιορίζοντας το ιδανικό της μέγεθος-, λειτουργώντας ως προπομπός αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σήμερα, ως πολυκυτταρική αστική ανάπτυξη: ανάπτυξη με θύλακες πόλων/ πόλεων, συνεκτικά συνδεδεμένων με τη «μητρόπολη».

Στην σημερινή πραγματικότητα, είναι πρόδηλο ότι η δυναμική ενός οικισμού, μιας πόλης, ενός πολεοδομικού συγκροτήματος δεν ανακόπτεται, ούτε αναστέλλεται/ περιορίζεται ή συρρικνώνεται, με αφοριστικές κανονιστικές διατάξεις -η έκρηξη της γκρίζας δόμησης και της αυθαιρεσίας το τεκμηριώνει αρκούντως-, αλλά προσανατολίζεται σε στόχους αειφορίας. ή σε μία πιο αισιόδοξη υπόθεση -αλλά πάντα στόχος- διυλίζεται μέσα από την επανεξέταση της γενικότερης στάσης ως/ προς την κατανάλωση συμπεριλαμβανομένης και της χωρικής.

Παράλληλα οφείλει -όπως το σύνολο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών- να αποτελέσει αντικείμενο σχεδιασμού/ προγραμματισμού των μελλοντικών χρήσεων και ροών, σε συνάρθρωση με τον περιαστικό της χώρο και το φυσικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο μιας γενικότερης χωροταξικής πολιτικής που διασφαλίζει όρους εδαφικής συνοχής, περιβαλλοντικής προστασίας και ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας και υψηλό επίπεδο διαβίωσης, όπως σαφέστατα προβλέπεται στις ισχύουσες συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η δομή του σύγχρονου αστικού φαινομένου.

Η όλη θεματική, σχετίζεται άμεσα με το αρχετυπικό σχεδιαστικό υπόβαθρο, της επιθυμητής -και εφικτής- μελλοντικής χωροταξικής δομής.

Η θεωρία και πρακτική του αστικού σχεδιασμού, έχει δώσει πλειάδα τυπολογιών: Γραμμική, ορθογώνια, ακτινική, -και σε μεγαλύτερη κλίμακα- «γαλακτική» και «συγκεντρωτική» ή  συνδυασμός αυτών. Η με άλλα κριτήρια πυκνοδομημένη, αραιοδομημένη, εκτεταμένη, συνεκτική, συμπαγής.

Ο αναχρονισμός της ενιαίας αστικής τυπολογίας.

Η λεγόμενη «συμπαγής πόλη», ως σύγχρονη / μελλοντική αστική πραγματικότητα που προβάλλεται ενίοτε ως πανάκεια, συνιστά, στο μέτρο που εφαρμόζεται αδιάκριτα, ένα εφεύρημα/ ακόμη και κακέκτυπο στόχου εισαγωγής πολεοδομικών πραγματικοτήτων άλλων χωρών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως  «συμπαγής πόλη», στη διεθνής βιβλιογραφία καταγράφεται κυρίως η μητρόπολη του 19ου αιώνα. Όλες οι μετέπειτα πολεοδομικές θεωρίες που προσδιόρισαν ή επηρέασαν το σχεδιασμό και την πρακτική δόμησης των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων, συνελήφθησαν ως αντίδραση  σε αυτή: από το κίνημα των Garden Cities του E. Howard, τη γραμμική πόλη του Soria y Matta, το αρχέτυπο των «τριών ανθρωπίνων εγκαταστάσεων του Le Corbusier, τους Ρώσους «αποπολεοδόμους» ή την Broadacre Ciry του F.L. Wright.

Μία μορφή επαναφοράς της -μιας «συμπαγούς» πόλης, με υψηλές πυκνότητες- επιχειρήθηκε από τον Richard Rogers, ως απάντηση στις τάσεις επέκτασης, της Βρετανικής πρωτεύουσας νοτιοανατολικά. Η προσέγγιση χαρακτηρίστηκε από τον Peter Hall, ως περισσότερο πολιτική παρά τεχνική.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παράδοση αποτελεσματικότητας στο σχεδιασμό, όπως η Βρετανία ή με παρόμοια πληθυσμιακά μεγέθη ή Ολλανδία, δίνεται η δυνατότητα ιδιαίτερα υψηλών πυκνοτήτων και η καθ’ ύψος δόμηση, πρακτική απευκταία και χωρίς εφαρμογή ή προοπτικές για τη χώρα μας.

Η εμμονή σε μία μόνον χωροταξική δομή του εξαιρετικά πολύπλευρου και σύνθετα αρθρωμένου αστικού φαινομένου, αντιστρατεύεται στα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε τόπου. Αδιαφορεί για κάθε παραδοσιακή (τοπική) μορφή οικιστικής εξέλιξης διαχρονικά και στην γεωμορφολογική πραγματικότητα μιας περιοχής –παράμετροι ασύμβατοι με την ίδια τη λογική του βιώσιμου σχεδιασμού της μελλοντικής εξέλιξης της πόλης . που αποτελεί και την πεμπτουσία της πολεοδομίας, με όρους αειφορίας.

Εξωαστικός χώρος: αρχές και κατευθύνσεις πολιτικής.

Η εκτός σχεδίου και βάσει παρεκκλίσεων δόμηση, δεν μπορεί να συνεχίζει αποτελεί τον κύριο τρόπο εξωαστικής –στην ουσία περιαστικής- δόμησης.

Ο extra muros χώρος και το αστικό περιβάλλον, αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία. Ως εκ τούτου ο σχεδιασμός δεν μπορεί –παρά να είναι ενιαίος, στο πλαισίου του καταλληλότερου εργαλείου, το οποίο είναι το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο/ Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης.

Και το οποίο είναι «φύσει και θέση» αρμόδιο να προσδιορίσει όρους και συντελεστές και στις εξωαστικά ευαίσθητες περιοχές.

Σε περίοδο οξείας κρίσης, αποτελεί αδήριτη ανάγκη επαναπροσδιορισμού των χωρικών προοπτικών και της εδαφικής ανάπτυξης, υπό το πρίσμα μιας λελογισμένης έντασης χρήσεων, όπου η έννοια της «χωρικής κατανάλωσης» επανεξετάζεται.

Οι ιδεοληψίες ωστόσο που αφορίζουν κάθε μορφή (νέας) δόμησης και οι οποίες ενίοτε λειτουργούν ως άλλοθι αναχρονισμών, δεν μπορεί να έχουν θέση σε μία σύγχρονη, ανοιχτή κοινωνία.

Οι τελευταίες, του τύπου «κτίζεις άρα καταστρέφεις», δεν λείπουν από κύκλους που λαμβάνουν αποφάσεις.

Η προστασία και η ανάπτυξη, προσεγγίζονται με κατάλληλα εργαλεία.

Ο περιορισμός της άλογης περιαστικής δόμησης και σε ορισμένες περιπτώσεις ευαίσθητων περιβαλλοντικά περιοχών, η δραστική μείωση ή και κατάργηση της, αποτελεί πάγιο στόχο του χωροταξικού σχεδιασμού. Αυτός όμως μπορεί να προσεγγιστεί -και τότε μόνον δεν θα προκληθούν στρεβλώσεις- εφόσον ενθυλακωθεί σε μία αστική στρατηγική και συνοδευτεί και από έναν αναπτυξιακό προσανατολισμό.

Τα ανωτέρω, διασφαλίζονται θεσμικά, από το κατ’ εξοχήν εργαλείο καθορισμού Ειδικών Ζωνών Προστασίας, Αναπλάσεων, (και) των αναγκαίων επεκτάσεων/ χώρων υποδοχής δραστηριοτήτων που προσιδιάζουν σε κάθε ειδική περίπτωση και τα χαρακτηριστικά ενός πρωτοβάθμιου ΟΤΑ, στο σύνολο της εδαφικής του ενότητας: ενός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου / Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης.

Η κύρια ένσταση -η οποία εδράζεται στα πραγματικά δεδομένα της εμπειρίας- αφορά στο εάν οι τοπικοί παράγοντες θα δρομολογήσουν, υιοθετήσουν ή συναινέσουν σε ένα Σχέδιο περιορισμού, σε ευρεία κλίμακα, της εξωαστικής δόμησης, παράλληλα με τις βιώσιμες προοπτικές μιας οργανωμένης δόμησης που εγγυάται η επέκταση.

Αφού οι εξαιρετικά σχοινοτενείς και συχνότατα ατελέσφορες διαδικασίες χωροταξικού σχεδιασμού, αποθαρρύνουν την κοινωνία να αποδεχθεί το σχεδιασμό ως λύση και την εξωθούν σε «λογικές»,  που κατισχύουν έως σήμερα.

Και εδώ έγκειται η αδήριτη ανάγκη χάραξης και υιοθέτησης μιας χωροταξικής πολιτικής, που εγγυάται εύλογους χρόνους εκπόνησης και σύντμησης των χρονοδιαγραμμάτων των Πολεοδομήσεων/ Πράξεων Εφαρμογής, άρσης των αντιφάσεων και αγκυλώσεων που χαρακτηρίζουν τη ρύθμιση χώρου στη χώρα μας. και ενός γενικότερου θεσμικού διοικητικού Πλαισίου που θα διασφαλίζει την ομαλή διαδικασία σχεδιασμού -θεσμοθέτησης- εφαρμογής, με διακριτές αρμοδιότητες και ισχυρές και διαφανείς δομές στήριξης του όλου εγχειρήματος.

Η μεταρρύθμιση του όλου συστήματος χωροταξίας, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη βιώσιμη μέσο/μακροπρόθεσμα εναλλακτική.

Σταύρος Τσέτσης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: