Η ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ-ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Ειρήνη Παπαποστόλου*, υποψήφια περιφερειακή σύμβουλος με τον Οικολογικό Άνεμο στο Νότιο Αιγαίο, στην περιφερειακή ενότητα Ρόδου

στη σύγχρονη εποχή η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια πρόκληση που είναι τόσο σοβαρή, ώστε δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει τελικά να την ξεπεράσει και να επιβιώσει. Η πρόκληση αυτή προέρχεται από τη ραγδαία καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Σε ορισμένους πολιτισμούς, όπως είναι εκείνοι των Δυτικών χωρών, οι άνθρωποι ανέπτυξαν μια ιδιαίτερα εγωκεντρική νοοτροπία για το φυσικό περιβάλλον, γιατί, αντί να θεωρούν τον εαυτό τους  ως μέρος του περιβάλλοντος, πίστεψαν ότι αυτοί υπερέχουν από όλα τα άλλα πλάσματα της Δημιουργίας και ότι η υπόλοιπη Φύση έχει δημιουργηθεί για τη δική τους χρήση και απόλαυση. Η νοοτροπία αυτή έχει οδηγήσει σε διαρκή προσπάθεια, για όσο γίνεται, εντατικότερη «εκμετάλλευση» του φυσικού περιβάλλοντος με την απόσπαση από αυτό υλών και προϊόντων σε ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες και την απόρριψη των ανεπιθύμητων καταλοίπων συνήθως στις  πιο προσιτές  περιοχές.

Η διαχείριση του περιβάλλοντος είναι,σε ορισμένες περιπτώσεις, ληστρική:τεράστιες δασικές εκτάσεις καταστράφηκαν, η εντατική αλιεία συχνά γίνεται χωρίς προστασία του γόνου , εκατομμύρια βούβαλοι εξοντώθηκαν στη Βόρεια Αμερική από τους αποίκους κ.α. Η ραγδαία αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωσή του σε αστικά κέντρα, η γρήγορη βιομηχανική ανάπτυξη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, οι ανθρώπινες ανάγκες για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα του φυσικού περιβάλλοντος αυξήθηκαν με τρομακτικό ρυθμό. Το περιβαλλοντικό πρόβλημα έγινε πλέον, όχι μόνο οξύ, αλλά και παγκόσμιο, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της Γης που δεν υφίσταται περιβαλλοντικές καταστροφές.

Ο άνθρωπος απασχολημένος με το στόχο της αύξησης της υλικής ευμάρειας και θαμπωμένος από τα επιτεύγματα της επιστήμης, χωρίς να το καταλαβαίνει πριόνιζε το δέντρο πάνω στο οποίο κάθεται και από τους καρπούς του οποίου εξαρτάται η επιβίωσή του. Η αφύπνιση του κοινού και των Κυβερνήσεων υπήρξε απότομη. (Κώττης, 1994, σ.24-38) Η δυσανασχέτηση για την καταστροφή του περιβάλλοντος φαίνεται ότι βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση για αρκετά χρόνια και συσσωρευόταν. Σχεδόν ξαφνικά άρχισε να εκδηλώνεται με εκρηκτικό ρυθμό. Σχηματίστηκαν ομάδες πολιτών που ασκούν πιέσεις στους κρατικούς οργανισμούς , στις κυβερνήσεις και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις να πάρουν αποφάσεις  για τον περιορισμό των ζημιογόνων επιδράσεων στη φύση.

 Ένας αυξανόμενος αριθμός ιδίως νέων ατόμων έχει αρχίσει να απορρίπτει την εγωκεντρική νοοτροπία που θεωρεί τον άνθρωπο ως το σπουδαιότερο από όλα τα πλάσματα της γης. Υποστηρίζουν ότι η αξία ενός δέντρου, ενός άγριου ζώου , ενός λουλουδιού, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ανθρώπινα οικονομικά κριτήρια και είναι το ίδιο ανυπολόγιστη με την ανθρώπινη ζωή. Αξίζει να σημειωθεί ότι, καθιερώθηκε  ως πάγια τακτική να εξετάζονται από αρμόδια όργανα οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του κάθε μεγάλου έργου ( αρδευτικού, βιομηχανικού, ενεργειακού κ.ά) πριν να εγκριθεί η χρηματοδότηση και η υλοποίησή του.

Τα προβλήματα του φυσικού περιβάλλοντος δεν έχουν μόνο φυσική ή χημική προέλευση, αλλά έχουν και οικονομικές πλευρές οι οποίες μάλιστα είναι και πολύ σημαντικές. Η σύνδεση της οικολογίας με την οικονομική θεωρία αρχικά είχε έμμεσο και εξωγενή χαρακτήρα αλλά αργότερα άμεσο και ενδογενή. Η συνάφεια μεταξύ των δύο επιστημών είναι διπλή: η οικολογία ασχολείται με τις αλληλεπιδράσεις των διάφορων φυτικών και ζωικών οργανισμών ενώ η Οικονομία ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Τα κίνητρα για τη ρύπανση του περιβάλλοντος είναι συνήθως οικονομικά, τα δε μέτρα που πρέπει να παρθούν για την προστασία του περιβάλλοντος συνεπάγονται την για το σκοπό αυτό χρησιμοποίηση παραγωγικών μέσων ή τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων φυσικών πόρων. (Κώττης, 1994, σ.162-168)

 Οι κλασικοί και νεοκλασικοί οικονομολόγοι οι οποίοι θεωρούσαν την ποιότητα του περιβάλλοντος ως δεδομένη,  ελάχιστα ασχολήθηκαν με θέματα του φυσικού περιβάλλοντος , εκτός από ορισμένες αναφορές που είχαν σχέση με τους φυσικούς πόρους.

 Ο Adam Smith (1723-1790)  «πατέρας» της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, θεώρησε ότι η εξάντληση των φυσικών πόρων αποτελούσε το βασικό λόγο για τον οποίο δεν θα ήταν δυνατό σε μια οικονομία να αναπτύσσεται για πάντα. Πολύ μεγαλύτερη όμως σημασία έδωσε στο θέμα της σταδιακής ανεπάρκειας των φυσικών πόρων ο Thomas Malthus (1766-1834). Στο φημισμένο του βιβλίο περί πληθυσμού , υποστήριξε ότι ο πληθυσμός τείνει να αυξάνεται γρηγορότερα από την προσφορά τροφίμων, κυρίως επειδή η ποσότητα της διαθέσιμης γης είναι δεδομένη, όμως δεν περίμενε ότι ο πληθυσμός θα μπορούσε στην πράξη να πολλαπλασιαστεί με γεωμετρική πρόοδο γιατί η υπερβολική αύξηση θα εμποδιζόταν από επιδημίες, λοιμούς , πολέμους  κ.ά. και έτσι η θέση του αμφισβητήθηκε από τον William Godwin. Αυτός υποστήριξε ότι η χημεία , που στην εποχή του προόδευε πολύ , θα επέτρεπε στον άνθρωπο να ξαναδομεί ότι αποδομεί και έτσι θα υπήρχε πραγματικά άπειρη σειρά αυξήσεων των μέσων συντήρησης που θα αντιστάθμιζε την πληθυσμιακή αύξηση ( Rubin, 1994, σ.198).

 Ο David Ricardo (1773-1823) θεώρησε ότι καθώς  η ανάγκη για τη χρησιμοποίηση συνεχώς περισσότερων φυσικών πόρων θα αυξανόταν, μόνο οι ιδιοκτήτες της γης θα ωφελούνταν:οι εργάτες θα ήταν καταδικασμένοι να υποφέρουν μη έχοντας μεγάλα εισοδήματα, ενώ οι γαιοκτήμονες θα πλούτιζαν χωρίς να έχουν συμβάλει σε τίποτα ( Rubin, 1994, σ.282).

Η πρώτη αποφασιστική συμβολή των νεοκλασικών οικονομολόγων στο θέμα της ποιότητας του περιβάλλοντος έγινε από τον A.C. Pigou ο οποίος πρότεινε την επιβολή ενός φόρου σε όσους ρύπαιναν με καπνό την ατμόσφαιρα του Λονδίνου. Οι σύγχρονοι οικονομολόγοι αξιοποίησαν την πρόταση του Pigou την οποία επεξεργάστηκαν και παρουσίασαν σε πιο ολοκληρωμένες μορφές (Για τον Pigou βλ. περισσότερα: Pigou A.C., Economics of Welfare, London, MacMillan and Co., Ltd., 1960, 4th Edition).

 Η οικονομική επιστήμη ασχολείται με το πρόβλημα της στενότητας, δηλαδή της γενικής ανεπάρκειας αγαθών και υπηρεσιών για την ικανοποίηση όλων των ανθρώπινων οικονομικών αναγκών σε επαρκή βαθμό. Η στενότητα αυτή προέρχεται από την ανεπάρκεια των παραγωγικών πόρων που χρειάζονται για την παραγωγή όλων αυτών των αγαθών και υπηρεσιών.

 Γίνεται συνήθως η βασική υπόθεση ότι η ευημερία των ατόμων εξαρτάται από το μέγεθος της κατανάλωσης οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών σε μια χρονική περίοδο. Δεδομένης της επιθυμίας των ατόμων για μεγαλύτερη οικονομική ευημερία, της στενότητας των παραγωγικών πόρων και του χάσματος μεταξύ επιθυμιών και δυνατοτήτων ικανοποίησής τους, υπάρχει ανάγκη για αποτελεσματικότητα, δηλαδή για εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών από ορισμένη ποσότητα και ποιότητα πόρων, ή το αντίστροφο, της χρησιμοποίησης της μικρότερης ποσότητας πόρων για την παραγωγή δεδομένης ποσότητας αγαθών και υπηρεσιών.

 Οι ελλιπείς γνώσεις και η έλλειψη σωστής πληροφόρησης δυσκολεύουν τον υπολογισμό του κοινωνικού οφέλους από τη μείωση της ρύπανσης. Είναι φανερή η ανάγκη για ενίσχυση της οικονομικής εκπαίδευσης στο σχολείο προκειμένου να αλλάξει η νοοτροπία των πολιτών σχετικά με τη σημασία της διατήρησης καθαρού φυσικού περιβάλλοντος που προκαλεί και οικονομικά οφέλη  για τον άνθρωπο και τελικά μπορεί να του εξασφαλίσει βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, υλική και ψυχική ευμάρεια.         

*Εκπαιδευτικός 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: