Λαικός πολιτισμός στη Σίφνο

του Νίκου Κακάκη

προέδρου του Πολιτιστικού Κέντρου Σίφνου και

πρώην προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Σίφνου

Η εισήγηση αυτή βασίστηκε στις εικόνες που έχω από τη Σιφνέϊκη ύπαιθρο, τη βιωματική σχέση μ’ αυτή αλλά και στα δημοσιεύματα του Μίμη Λεμονή στα Σιφνέικα Νέα, τα κείμενα των οποίων μου εμπιστεύθηκε ο ίδιος.

Εκείνο που πραγματικά πρώτο –πρώτο εντυπωσιάζει τους επισκέπτες των νησιών μας και κυρίως εκείνους που για πρώτη φορά επισκέπτονται νησί είναι  οι παράλληλες γραμμώσεις στις πλαγιές των λόφων και η σκαλωτή τοποθέτησή τους από το βάθος της ρεματιάς μέχρι την  κορυφή. Είναι αυτό που εμείς θεωρούμε τόσο δεδομένο όσο δεδομένο θεωρούμε και κάθε βράχο, κάθε σπηλιά ή κάθε μονοπάτι ή ξωκκλήσι που βλέπουμε, κι αυτό γιατί όλα αυτά είναι εκεί στη θέση τους απ’ όταν ανοίξαμε τα μάτια μας και γνωρίσαμε τον κόσμο, έστω αυτό το μικρό κόσμο της Σίφνου.

Η αλήθεια είναι ότι οι καινούργιες γενιές, τις ξερολιθιές τις πρωτοπροσέχουν από τις αντιδράσεις των ξένων ή όταν ως αποδέκτες γονικής κληρονομιάς βρίσκονται αντιμέτωποι με κάποιο «βούλισμα» (=πτώση της ξερολιθιάς) που θέλει αποκατάσταση , σαν ένα δηλαδή πρόβλημα, ένα ακόμα μπελά, ένα ακόμα ανούσιο έξοδο, όταν μάλιστα δεν είναι από τους λίγους νέους που ασχολούνται με τη γη επαγγελματικά . Είναι φυσικό και λογικό  σήμερα να είναι  μπελάς η ξερολιθιά  αφού  η αποκατάσταση μέρους μόνο αυτής  στοιχίζει πολλαπλάσια από την αξία της γης που στοιχίζει.

Είναι αλήθεια δύσκολο να κατανοήσουμε με τα σημερινά δεδομένα την αξία αυτού του τιτάνιου –του τεράστιου έργου με τα χιλιόμετρα ξερολιθιάς που χρειάστηκαν εκατομμύρια εργατοώρες ανά τους αιώνες  για να δημιουργηθούν. Θα πρέπει να ανατρέξουμε πίσω στο παρελθόν, να σκεφτούμε τις συνθήκες διαβίωσης των προγόνων μας, τις ανάγκες τους, τις προτεραιότητές τους, τα περιθώρια των επιλογών τους, τις δυνατότητές τους. Για τους νεότερους σαφώς και θά ΄ναι πιό δύσκολο. Αλλά για μας τους μεγαλύτερους θά ‘ναι εύκολο αφού λίγο-πολύ βιώσαμε πολλές από τις ανάγκες που δημιούργησαν το έργο αυτό.

Ας πάμε μερικούς αιώνες πίσω,  τότε που οι θαλάσσιες συγκοινωνίες ήταν δύσκολες, περιορισμένες και μάλλον εποχιακές, οι μετακινήσεις πληθυσμών σπάνιες και μόνο αποτέλεσμα συγκρούσεων,  αντίθετα, ο πληθυσμός μεγάλωνε και οι ανάγκες σε είδη διατροφής   αυξάνονταν,   αναλογικά  και οι ανάγκες σε καλλιεργήσιμη γη.  Προφανώς θα πρωτοχρησιμοποιήθηκαν τα πλούσια σε χώμα σημεία του νησιού, θα αποψιλώθηκαν από την άγρια χλωρίδα, θα καθαρίστηκαν από τις πέτρες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατ’αρχάς σαν όρια ιδιοκτησιών. Επειδή όμως ο πληθυσμός δε σταμάτησε να αυξάνεται, δεν σταμάτησε και η ανάγκη για περισσότερη γη. Έτσι, κάθε πατουχιά, κάθε χούφταχώματος έπρεπε να αξιοποιηθεί. Όταν εξαντλήθηκαν οι επι τόπου προσφερόμενες περιοχές με χώμα, άρχισε η μεταφορά.  Οι πέτρες και τα βράχια σε αφθονία, τα χαλίκια άπειρα από το καθάρισμα των καλλιεργήσιμων χωραφιών, έτσι  όπουυπήρχε έστω και λίγο χώμα έπρεπε να μεταφερθεί στο κατάλληλο σημείο.  Αφού γινότανε η επιλογή των χώρων (συνήθως στα όρια της προηγούμενης ιδιοκτησίας) άρχιζε με το «ανέβασμα» της ξερολιθιάς ενώ από τη μέσα πλευρά , από κει δηλαδή που θα δημιουργηθεί το καινούργιο «λουρί» -χωράφι προστίθενταιχαλίκια μέχρις ενός σημείου ακολουθώντας την ξερολιθιά, για την οικονομία του χώματος  αλλά και για την αποστράγγιση του την περίοδο των βροχών.  Έτσι σιγά-σιγά μ’ αυτή τη διαδικασία με την αξιοποίηση της πέτρας και κάθε ποσότητας χώματος καλύφθηκε όλη η έκταση της Σίφνου  με καλλιεργήσιμα χωράφια-λουριά. Μόνο οι κορυφές των δύο βουνών και κάποια απόκρημνα φαράγγια είχαν μείνει ακαλλιέργητα. Ακόμα και σήμερα είναι ευδιάκριτα τα σημάδια της παρουσίας της ανθρώπινης παρέμβασης παρότι τα έχουν σκεπάσει οι φίδες με τα καταπράσινα κλαδιά τους. Αυτά τα σημεία έχουν την ευκαιρία να τα δουν και να τα γνωρίσουν όσοι έχουν περπατήσει τη Σίφνο. Υπάρχουν βέβαια και σημεία με αστιβές και θύμια που αφήνουν τα κομμάτια της ξερολιθιάς που άντεξαν στο κατρακύλισμα του νερού της βροχής και το πέρασμα των αγριοκάτσικων να φαίνονται κάποια σημεία, θυμητάρια μιας άλλης εποχής.

Οι περιοχές τώρα από τις οποίες πάρθηκε το λίγο επιφανειακό χώμα και μεταφέρθηκε για να γίνουν έναή δύο ακόμα λουριά, δεν έμεναν αναξιοποίητες. Το χώμα που έμεινε στις σχισμές του βράχου διατηρόντας την ικανότητα να κρατά σπόρους και υγρασία έδινε μια κάποια βλάστηση αρκετή για να χρησιμοποιηθεί για βόσκηση των ζώων.  Τις περισσότερες φορές οι περιοχές αυτές οριοθετούνταν πάλι με ξερολιθιά από τις πέτρες που έμειναν μετά το πάρσιμο του χώματος. Αν ο χρήστης ήθελε ιδιοκτησιακή χρήση, η ξερολιθιά έφτανε τα δύο και τρία μέτρα ύψος και βέβαια πολλές εκατοντάδες μέτρα μήκος. Αυτές οι περιοχές είναι οι «παλιόμαντρες».  Υπήρχαν οι παλιόμαντρες –ιδιοκτησίες και οι παλιόμαντρες που ο χρήστης  ενοικιάζει από το Δήμο-Κοινότητα.  Οι παλιόμαντρες είναι συνήθως στα όρια της καλλιεργήσιμης γης η οποία είχε όμως ούτως ή άλλως διπλή χρήση αφού  χρησιμοποιούνταν και για βόσκηση των ζώων.  Όλο αυτό το σύστημα ξερολιθιάς-λουριού για καλλιέργεια και βόσκηση  καταλάμβανε  όλη σχεδόν την έκταση του νησιού όπως είπαμε και πιο πάνω, για να γίνονται προσβάσιμα και επισκέψιμα όλα αυτά τα κομμάτια  υποστηρίχτηκαν από ένα τεράστιο δαιδαλώδες σύστημα μονοπατιών. Ξεκινούσαν με φαρδιά πλακόστρωτα από τους γνωστούς οικισμούς και διακλαδίζονταν ανάμεσα στις ιδοκτησίες αποκτώντας διαφορετική  μορφή ανάλογη της μορφολογίας του εδάφους και της χρήσης τους. Όπου το έδαφος ήταν επίπεδο,αρκούσε να είναι χωμάτινοτο μονοπάτι. Αν ήταν ανηφορικό, βελτιώνονταν με την κατσκευή σκαλοπατιών με πέτρες ή πλάκες ή με το πελέκημα του βράχου. Κάθε ιδιοκτησία είχε την εμπατή της, ένα άνοιγμα δηλαδή στην ξερολιθιά από την πλευρά που χρησιμοποιείται σαν είσοδος στο χωράφι-λουρί. Η  αμπατή έκλεινεως προς τα ζώα με δυο ξύλα τοποθετημένα χιαστί και και με ένα οριζόντιο ή με πλάκες που σχημάτιζαν ένα ανάποδο τρίγωνο και μερικές μικρότερες πάνω στη βάση της. Η πρόσβαση από λουρί σε λουρί γίνεται ή από το «αγρίωμα» (=κομμάτι όχι απότομου βράχου που κρατάει το χώμα και δεν χρειάζεται ξερολιθιά) ή από σκαλάκια που με τέχνη δημιούργησε αυτός που έχτισε την ξερολιθιά ή από πλάκες που προεξέχουν της ξερολιθιάς κλιμακωτά.

Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό για  να δημιουργηθεί αυτό το έργο χρειάστηκε τεράστιος χρόνος και κόπος. Δημιουργήθκε όμως σε εποχές που όλος ο πληθυσμός ασχολούνταν με τη γη ακόμα και οι κατέχοντες κάποια τέχνη ή επάγγελμα. Ασχολούνταν όλη η οικογένεια –πολυπληθής συνήθως τότε, και κυρίως ξεκινούσαν τη δουλειά με το πρώτο φως της μέρας και τέλειωναν όταν πια δεν έβλεπαν από το σκοτάδι. Όσος χρόνος και κόπος χρειάστηκε για τη δημιουργία πολύ περισσότερος χρειάστηκε για τη διατήρηση τους ανά τους αιώνες.  Οι απότομες βροχές και οι απότομες ζέστες συχνά δημιουργούσανε ρήγματα στις ξερολιθιές . Τα βουλίσματα και τα άγρια φυτά καραδωκούσαν να φυτρώσουν πάνω στα λουριά ή στους γύρους των μονοπατιών. Ούτως ή άλλως φύτρωναν στους γύρους και τον παραστημό, εκεί δηλαδή που δεν περνούσε το υνί του αλετριού να τα ξεριζώσει. Το «ξεκλάδισμα», η αφαίρεση δηλαδή των παρίσαχτων άγριων φυτών ήταν μια από τις απαραίτητες αγροτικές εργασίες που διατηρούσαν τα χωράφια –λουριά καλλιεργήσιμα αλλά και τα μονοπάτια προσπελάσιμα. Ιδιαίτερη βοήθεια προσέφεραν οι κλαδάδες, οι αγρότες δηλαδή εκείνοι που κατά περιόδους έκοβαν κλαδιά και φυτά, τα έκαναν δεμάτια-«γομάρια» και όταν ξερένονταν τα κουβαλούσαν με τα ζώα στα αγγειοπλαστεία  ως καύσιμη ύλη στο ψήσιμο των πήλινων αντικειμένων ή στα ασβεστοκάμινα.

Η ανάγκη διατήρησης όλου αυτού του συστήματος της Σιφνεϊκής υπαίθρου επέβαλε στον κάθε Σιφνιό μεταξύ όλων των άλλων γνώσεων για επιβίωση πάνω στο νησί, τη γνώση της λαϊκής τέχνης του χτισίματος της ξερολιθιάς. Φαίνεται αλλά δεν είναι απλή δουλειά. Για να μπορεί να συγκρατεί την ποσότητα χώματος κυρίως την περίοδο των βροχών που αυτό μετατρέπεται σε μια εύπλαστη ευκίνητη άμορφη μάζα είναι σημαντική και απαιτεί ιδιαίτερη τεχνική η τοποθέτηση της κάθε πέτρας. Πρέπει να «σταυρώνει» και να «δένει» η μια με την άλλη, να εναλλάσεται η μικρή με τη μεγάλη ώστε  να αποκτά συνοχή και αντοχή η ξερολιθιά και να τελειώνει με πλακουτσωτές μεγάλες πέτρες, τα κροδώματα, για να ανθίστανται στο περπάτημα των ζώων πάνω σ’αυτές. Στο χτίσιμο του «βουλίσματος» συμμετείχε συνήθως όλος ο αντρικός πληθυσμός της οικογένειας. Πρώτα θα περνούσαν τα νεότερα μέλη να «ξεχώσουν» το βούλισμα, να ξεχωρίσουν δηλαδή το χώμα από τις πέτρες, τις μεγάλες από τις μικρές και να ανεβάσουν από πάνω κάποια ποσότητα από το χώμα. Μετά θα αναλάμβαναν οι μεγαλύτεροι και εμπειρότεροι.

Οι ξερολιθιές δεν ήταν μόνο για για να συγκρατούν το χώμα αλλά αποτελούσαν και όρια των ιδιοκτησιών. Έτσι χρειάστηκε να δημιουργηθούν κάποιοι κανόνες, ένα εθιμοτυπικό δίκαιο που καθόριζε τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών. Έτσι η ξερολιθιά – όριο σε χωράφια που βρίκσονταν στο ίδιο επίπεδο αποτελούσε μεσοτοιχία και η συντήρηση ή αποκατάσταση της ήταν έγνοια και υποχρέωση και των δύο ιδιοκτητών.  Σε ανισόπεδα χωράφια-λουριά  την υποχρέωση για την αποκατάσταση της ξερολιθιάς στο «σήκωμα» του βουλίσματος έχει ο ιδιοκτήτης της ψηλότερα ευρισκόμενης ιδιοκτησίας , ο ιδοκτήτης του χωραφιού –λουριού  το χώμα του οποίου υποβαστάζει η  ξερολιθιά που έπεσε και πέτρωσε το από κάτω.  Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση που η ξερολιθιά πέσει και πλακώσει  μονοπάτι: είναι υποχρέωση του ιδιοκτήτη να χτίσει το βούλισμα. Όταν τώρα η ξερολιθιά που πέσει κρατάει μονοπάτι και πετρώσει χωράφι, είναι υποχρέωση του Δήμου- Κοινότητας η αποκατάσταση της. Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι ανάγκες αυτές καλύπτονταν από την προσωπική εργασία –αγκαρεία. Έτσι ονομαζότανε η υποχρέωση της οικογένειας σε δυο μεροκάματα ετησίως για τέτοιες εργασίες. Προσέτρεχαν λοιπόν συνήθως οι «βολάτορες» , αυτοί δηλαδή που είχαν κτήματα στην περιοχή ή ήταν χρήστες του μονοπατιού με οργάνωση του Δήμου-Κοινότητας και έχτιζαν το μονοπάτι.  Το ενδιαφέρον των βολατόρων για τα μονοπάτια ήταν βέβαια καθημερινό: ένα κλαδί, μια πέτρα που εμπόδιζε, έπρεπε να διορθωθεί.  Έτσι κρατιόταν καθαρά και περιποιημένα.

Ιδιαίτερη κατηγοριά των χωραφιών-λουριών ήταν τα περιβόλια. Περιβόλια ονομάζονταν  τα χωράφια εκείνα που διέθεταν νερό, που  είχαν μέσα πηγάδι.  Είναι τα χωράφια εκείνα που  εξασφάλιζαν στους ιδιοκτήτες φρούτα και λαχανικά όλο το χρόνο. Η αξία της γης τους ήταν πολλαπλάσια των υπολοίπων χωραφιών-λουριών. Υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα δηλαδή περιβόλια που η ξερολιθιά που τα βαστούσε έχει διπλάσια και τριπλάσια έκταση από την έκταση της καλλιεργήσιμης γης. Κάθε περιβόλι αποτελούσε αυτοδύναμη  καλλιεργητική μονάδα Υπήρχε το πηγάδι και γύρω από το στόμα του υπήρχε σύστημα άδρευσης που αποτελούνταν πρώτα από το γεράνι., μια ξύλινη κατασκευή  που στηριζότανε στους φυσικούς νόμους των μοχλών-υπομοχλίων κλπ. Που βοηθούσε να ανέβει το νερό στην επιφάνεια χωρίς πολύ σωματικό κόπο.  Υπήρχε η «χαβούζα» , υδατοστεγής δεξαμενή όπου παρέμενε το νερό για να εμπλουτιστεί με κοπριά και να οξυγονωθεί.Από κει το νερό με πετρόχτοιστους αγούς-αγωγούςκαι στη συνέχεια σκαλισμένους στο χώμα, οδηγούνταν στα προς πότισμα σημεία-«πρασιές» με τα λαχανικά ή τα καρποφόρα δέντρα.  Δίπλα στη χαβούζα υπήρχε σχεδόν πάντοτε η «γούρνα» για το πλύσιμο των ρούχων.Σχεδόν κάθε περιβόλι είχε και τον «περιστεριώνα» του για τα νοσιμότατα πιτσούνια του αλλά κυρίως για την κουτσουλιά των περιστεριών που θεωρείται η δυνατότερη κοπριά και η καλύτερη για το σερμπέτι της χαβούζας. Οι περιστεριώνες είναι συνήθως διόροφοι: το ισόγειο χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος –θεμωνιά  και το επάνω ως περιστεριώνας.

Άλλο βασικό έργο υποδομής για την προστασία των χωραφιών-λουριών ήταν τα ποταμιοσύρματα. Ήταν τεχνικά ρέματα που διέσχιζαν κάθετα τα χωράφια –λουριά τα οποία απορροφούσαν τα υπερχυλίζοντα νερά της βροχής και μαζί με τα φυσικά ρέματα που διατηρούνταν πάντοτε καθαρά από φυτά και άλλα αντικείμενα, διοχέτευαν τα νερά στα μεγάλα κεντρικά ρέματα που οδηγούσαν τα νερά στη θάλασσα.

Είναι οι εποχές που το μεγαλύτερο ποσοστό των οικογενειών της Σίφνου είναι αγροκτηνοτροφικές. Είναι οι εποχές που η αξία της γης μετριέται με το πόσες τζάρες λάδι αποδίδει, πόσα κουρούπια φασόλια, ρεβίθια,κουκιά βγάζει, πόσες οκάδες σιτάρι, πόσες μουλαριές σανό ή στάχια , πόσα τσουβάλια κριθάρι, πόσα κουρούπια κρασί. Είναι οι εποχές που το χώμα από το άνοιγμα του πηγαδιού, της στέρνας, των θεμελίων του σπιτιού κουβαλιέται και σκορπζεται μέσα στα χωράφια για να μην πάει χαμένο.

Είναι οι εποχές που η γης επίσημα μετριέται σε «τζευγαριές», όπου η τζευγαριά είναι η  έκταση  που για να καλλιεργηθεί, χρειάζεται μια μέρα ο αγρότης. Η καλλιέργεια γινότανε με το άρρωτρο-αλέτρι, ξύλινο κατασκεύασμα που κατέληγε στο μεταλικό υνί.  Όλο αυτό το σύστηματο έσερναν ζώα, συνήθως δυο βόδια,  στα μικρά λουριά  και στα πιο απρόσιτα χρησιμοποιούνταν συνήθως ένα ζώο –μουλάρι.

Όλα αυτά που παρήγαγε η Σιφνέικη γη που βέβαια δεν ήταν άμεσης κατανάλωσης χρειαζόταν αποθηκευτικούς χώρους. Όσον αφορά το λάδι, το κρασί, το τυρί, τα όσπρια, σκόρδα, κρεμμύδια σιτάρι, αποθηκεύονταν στο «κελάρι» του σπιτιού. Ήταν ειδικό δωμάτιο στο βορινό σημείο του σπιτιού ή στο ημιυπόγειο.  Τα υπόλοιπα, δηλαδή ζωοτροφές, σανός, στάχια, κριθάρι, βίκος αλλά και τα γεωργικά εργαλεία, τζιός, μπικούνια, σουμάρια, καζίκια, αλωνιστικές μηχανές, ριχάλια κλπ. αποθηκεύονταν στις θεμωνιές.  Είναι οι άσπρες, πετρόχτιστες περιποιημένες κατασκευές που είναι διάσπαρτες σε όλη τη Σιφνέικη ύπαιθρο. Κάθε αγροτο-κτηνοτροφική οικογένεια  διέθετε τουλάχιστον μια θεμωνιά η οποία βρισκότανε κοντά στον κύριο όγκο των χωραφιών της οικογένειας. Οι οικογένειες που είχαν πολλά χωράφια και σε διαφορετικές περιοχές έχτιζαν και δεύτερη ή τρίτη θεμωνιά για να μειώσουν τις μεταφορές των γεννημάτων. Οι βασικές, οι κύριες, οι πρώτες δηλαδή θεμωνιές ήταν οικοδομικά συγκροτήματα που διέθεταν περρισότερους του ενός χώρου. Υπήρχε η μεγάλη αποθήκη που έπρεπε να χωράει το σανό και τα άχερα, υπήρχε ο δεύτερος μικρότερος χώρος με τα κουρούπια και τις τζάρες, τα αγροτικά εργαλεία. Ο χώρος αυτός πολλές φορές χρησιμοποιούνταν και σαν τυροκομιό ή και σαν πρόχειρη εποχιακή κατοικία. (π.χ περίοδος αλωνίσματος-λυχνίσματος). Σε  συνέχεια των πιο πάνω χτισμάτων και με τέτοια διάταξη ώστε ανάμεσα στα κτήρια στεγασμένα με δοκάρια, πλάκες και χώμα, με προαύλιο χώρο περιφραγμένο με ξερολιθιά (ξωμάντρι) που χρησίμευαν για μάντρισμα και προφύλαξη των απαραίτηων και πολύτιμων βοηθών του ανθρώπου στις δουλειές αυτές , των μουλαριών και γαϊδουριών. Στο πλάτωμα που έμενε ανάμεσα στα κτήρια υπήρχε το άλωνι τριγυρισμένο από τον αντράλικα ολοστρόγγυλο και περιποιημένο με τη σφήνα όρθια στο κέντρο του. Το άνοιγμα των κτηρίων άφηνε το μελτέμι του καλοκαιριού να σπρώχνει τα άχερα στην μεριά της θεμωνιάς-αποθήκης.

Όπως η ανάγκη για αποθήκευση των προϊόντων δημιούργησε την ανάγκη γιακατασκευή των θεμωνιών έτσι και η ανάγκη για σταυλισμό και προφύλαξη των αιγοπροβάτων έφερε το χτήσιμο και στα πιο απόμερα σημεία της Σιφνεικής υπαίθρου μικρών σταύλων-μαντρών.

Η πίστη στην εξάρτηση από το θείο για την επιβίωση, η αντίσταση στις προσπάθειες για αλλαγή της  ορθόδοξης πίστης  μαζί με την ελπίδα στέγης στις ξαφνικές καταιγίδες και κακοκαιρίες έφεραν το χτίσιμο των δεκάδων ξωκκλησιών που κοσμούν τη σιφνέικη ύπαιθρο.

Όπως κάθε οικισμός είχε σημείο αναφοράς το πηγάδι, έτσι και κάθε περιοχή της υπαίθρου είχε  τη φλέα του -επιφανειακό νερό, το πηγάδι της ή τη λάκκα της. Κάθε τέτοιο σημείο διέθετε συνήθως ιδιαίτερη υποδομή, πέτρινες γούρνες για το πότισμα των ζώων, πετζούλες κάτω από στεάδι για το ξαπόσταμα, σίγκλα για το ανέβασμα του νερού, μαστραπά για το ξεδίψασμα και χωνί για το γέμισμα του σταμνιού.  Υπήρχε συνήθως και χαβούζα όπου κατέληγε το περισσευούμενο νερό για ναχρησιμοποιηθεί στο πότισμα. Δεν έπρεπε να πάει χαμένη ούτε μια σταγόνα νερού.  Σε περιοχές που δεν υπήρχαν φυσικά νερά είχαν κατασκευαστεί στέρνες. Ιδιωτικές, σαν μέρος της θεμωνιάς αλλά και κοινόχρηστες για να μαζεύεται το νερό της βροχής, όπως για παράδειγμα πάνω από τον Άη Λευτέρη προς το Τόσο Νερό, πάνω απ΄τον Άι νηγιά του κοντού, στη Μουσεία κλπ.

Ξεχωριστό ιστορικό κομμάτι, οι πύργοι-φρυκτωρίες. Πριν δημιουργηθεί το κράτος με τη σημερινή έννοια, κάθε τόπος, κάθε κοινωνία, έπρεπε μόνη της να προστατευσει τα μέλη της και τον πλούτο της. Έτσι δημιουργήθηκε το δίκτυο επικοινωνίας και ασφάλειας με τους πύργους.

Η ματιά στη σιφνέικη ύπαιθρο δε μπορεί να μην σταματήσει στα χτίσματα-απομεινάρια των μεταλλείων και τις εντυπωσιακές στοές που διαπερνούν τα σιφνέικα γκρεμνά.

Μια ύπαιθρος τόσο καλά οργανωμένη όπως περιγράφουν ξένοι περιηγητές που όχι μόνο κατάφερνε να θρέψει κατά περιόδους ακομά και πάνω από πέντε χιλιδες κατοίκους αλλά και να εμπορεύεται πολλά από τα προϊόντα της που θεωρούνταν εξαιρετικής ποιότητας και είχαν επάξια ιδιαίτερη φήμη.  Αυτή η πολύτιμη γη, παρά τον κόπο που απαιτούσε από αυτούς που την υπηρετούσαν αντιμετωπίζονταν με άπειρη αγάπη και σεβασμό απ΄αυτούς. Αυτό μαρτυρούν όλα αυτά τα δημιουργήματα του ανθρώπου. Κάθε κομμάτι ξερολιθιάς , κάθε πλακόστρωτο, κάθε σκάλα ή αμπατή , κάθε θεμωνιάμάντρα ή παράμπουκο, κάθε μαντζιαούρα, λαμπάς ή μπανιστράδα,κάθε χαβούζα, πατητήρι ή πολύβι, κάθε εκκλησάκι ή περιστεριώνας είναι ένα ξεχωριστό έργο τέχνης. Σχέδια κατασκευής βέβαια δεν υπήρχαν κι ο αγρότης-λαϊκός μάστορας  έπρεπε να σκεφτεί τι ήθελε να χτίσει, να επιλέξει το μέρος και να προσαρμόσει την κατασκευή πάνω σ αυτό. Θα εκμεταλευτεί πιθανότατα κάποιο βράχο για να κάνει οικονομία στα υλικά ή κάποια σπηλιά που με δυο λαμπάδες μετατρέπετια εύκολα σε μάντρα. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν, δηλαδή πέτρες και ξύλα ήταν αυτά που διέθετε η περιοχή. Χρειάζονταν δηλαδή ιδιαίτερη φαντασία και ευρηματικότητα από τον αγρότη-λαϊκό μάστορα να προσαρμόζει κάθε φορά τη γνώση του σε διαφορετική κατασκευή, σε διαφορετικό τόπο με διαφορετικά υλικά. Δεν είναι τυχαίο ότι κατάφερναν μέσα στην ξερολιθιά να «σκαλίσουν» σκάλες καλλιτεχνήματα, μελισσότρυπες, ή ολόκληρα μαντράκια, αποθηκάκια.

Κάποια στιγμή όμως ο τρόπος καλλιέργειας της γης άλλαξε. Οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες βελτιώθηκαν και το κόστος παραγωγής των ντόπιων προϊόντων έγινε ασύμφορος. Είναι η εποχή που η Αθήνα γεμίζει πολυκατοικίες, που αναπτύσσονται οι βιομηχανικές ζώνες της Αττικής, που το δέλεαρ του οχτάωρου και του διαμερίσματος με όλες τις ανέσεις είναι πανίσχυρο , όπως και οι μεγάλοι μισθοί των ναυτικών. Έτσι γρήγορα μεγάλες αγροκτηνοτροφικές ιδιοκτησίες εγκαταλείπονται ή πουλιούνται μαζί με σπίτια και θεμωνιές για να αγοραστούν διαμερίσματα και δικαιώματα θυρωρείων αφού η οχτάωρη δουλειά στο εργοστάσιο, η ενασχόληση στο θυρωρείο που άφηνε περιθώριο δεύτερης δουλειάς, προέβαλαν σαν  ο ασφαλέστερος τρόπος επιβίωσης και καλύτερης προοπτικής για τα παιδιά.

Η προοπτική όμως της εγκατάληψης των δύσκολων και κοπιαστικών αγροκτηνοτροφικών ασχολειών επέφερε και τη διακοπή μεταφοράς της γνώσης των ασχολιών αυτών και κυρίως της ξερολιθιάς.  Το σπάσιμο της αλυσίδας της γνώσης της λαϊκής τέχνης είναι η βασική αιτία που η Σιφνέικη ύπαιθρος χάνει σιγά-σιγά την εικόνα που πιο πάνω περιγράφουμε. Οι ξερολιθιές που ξαναχτίζονται παίρνουν πλέον διαφορετική μορφή και η συμμετοχή του τσιμέντου είναι πλέον εμφανής. Πολλές από τις θεμωνιές έχουν αλλάξει χρήση άρα και φυσιογνωμία αφού οι ευκολίες που προσφέρουν τα καινούργια υλικά στην κατασκευή δεν μπορούν να αγνοηθούν. Οι περισσότερες μάντρες εγκαταλελειμένες στα φυσικά φαινόμενα μάλον ερείπια θυμίζουν. Τα μονοπάτια, κι αυτά γνωρίζουν εδώ και χρόνια την εγκατάλειψη αφού τα αντικατέστησαν αυτοκινητόδρομοι. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις ιδιαίτερα κομμάτια μονοπατιών χάθηκαν από το πέρασμα των αυτοκινητοδρόμων πάνω από αυτά, οι αμπατές έγιναν ράμπες, τα γεράνια αντικαταστάθηκαν από μοτέρ και τα «νερά» της κάθε περιοχής αφαίθηκαν στη λησμονιά αφού τα βυτία και οι σωλήνες μπορούν να μεταφέρουν το νερό οπουδήποτε.

Παρ’ όλα  αυτά υπάρχουν αρκετές θεμωνιές ανέγκιχτες από την «εξέλιξη» των πραγμάτων και διατηρούν όλα εκείνα τα στοιχεία της μοναδικότητας. Υπάρχουν ακόμα δεκάδες μάντρες ή αν θέτε ερείπια από μάντρες πάνω στα οποία όμως μπορέι κανείς να διαβάσει και να θαυμάσει την ευρυματικότητα, τη φαντασία και το μεράκι του κατασκευαστή-λαϊκού μάστορα. Πως χρησιμοποιούσε την πέτρα για να χτίσει το λαμπά της εισόδου, πως χρησιμοποιούσε το ξύλο για πρέκι της, πως έφτιαχνε τη μαντζιαούρα, τη μπανιστράδα, την πανοστριά και την καμινάδατης, πως έδινε κλίση στον τοίχο προς τα μέσα για να κάνει οικονομία στα δοκάρια και τις πλάκες της οροφής, πως έδινε ελαφριά κλίση προς τα έξω  στις πέτρες που χρησιμοποιούσε στο χτίσιμο για να μην περνάει το νερό  στο εσωτερικό της ξεροτρούχαλης μάντρας. Υπάρχουν ακόμα εκατοντάδες μέτρα αναλλοίωτης ξερολιθιάς που στέκει όρθια κι απείραχτη στο πείσμα των βροχών και των καιρών κρατώντας σφιχτά τα έργα τέχνης με τα οποία την στόλισε ο λαϊκός χτίστης.  Τη σκάλα, το πλατύσκαλο, τη μελισσότρυπα με το διψέλι μέσα, το περίτεχνο δέσιμο με το κομμάτι του βράχου που προεξείχε στην άκρη του χωραφιού-λουριού. Χιλιάδες μέτρα μονοπατιώνμε τα πλακόστρωτα κομμάτια τους., με τα σκαλάκια στις ανηφόρες και κατηφόρες φτιαγμένα πάνω στη συχνότητα του βήματος και την κλίση του σώματος για να περπατιούνται ξεκούραστα, πολύ δε περισσότερα μέτρα μπορούν να αποκαλυφθούν αν απλώς ξεκλαδιστούν.

Ας μην κλαίμε  λοιπόν πάνω σ αυτά που χάθηκαν και ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε αυτά που έμειναν. Αφού η τέχνη της δημιουργίας τους χάθηκε μαζι με τους τεχνίτες για να τα ξαναφτιάξοιυν, ας κρατήσουμε σε όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση αυτά που μείνανε. Ας τα καταγράψουμε, ας τα περιγράψουμε ας  χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία να τα αποτυπώσουμε, να τα αφήσουμε μ αυτόν τον τρόπο στις επόμενες γενιές αναπληρώνοντας  το κενό της προηγούμενης που έσπασε τον κρίκο της αλυσίδας του λαϊκού αυτού πολιτισμού.

 

Share

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: